Ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με ενδεχόμενο δόλο και κατά συναυτουργία, σε τρία πρόσωπα: στον ιερέα του χωριού και στο ζευγάρι των εργατών από τη Τσεχία.
Οι κατηγορούμενοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή στον εισαγγελέα για το τι συνέβη εκείνο το μοιραίο πρωινό που εξαφανίστηκε η Σανίκο Τσαούση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αρνούνται την εμπλοκή τους και αποδίδουν τις κατηγορίες σε παρεξήγηση λόγω των αντιφάσεων που υπέπεσαν στις συμπληρωματικές τους καταθέσεις.
«Πολλές φορές ασυνείδητοι οδηγοί εγκαταλείπουν αυτούς που τραυματίζουν. Κανένας τους όμως, δεν καταντά να εξαφανίζει το θύμα εν ζωή για να πεθάνει.. Αυτό πιστεύετε ότι το έχω πράξει εγώ ο ιερέας, που επί 50 χρόνια είναι γνωστή η φιλάνθρωπος δράση μου; Το μικρό αυτοκίνητό μου, εάν είχα χτυπήσει την εξασφανισθείσα, θα είχε υποστεί έστω μία μικρή βλάβη. Είναι δυνατόν ο τραυματισμός της παθούσας, ο θόρυβος και η μεταφορά της μέσα στο μικρό αυτοκίνητο να μην γίνει αντιληπτός από κανέναν; Πώς στοιχειοθετείται η από κοινού κατηγορίας Και οι τρεις κρατούσαμε το τιμόνι; Και οι τρεις την τραυματίσαμε και ενώ ήταν εν ζωή την εγκαταλείψαμε αβοήθητη να πεθάνει; Συγγνώμη κύριες Εισαγγελέα, αλλά το σενάριο πάσχει. Αν τα στοιχεία της έρευνας αξιολογούνταν προσεκτικά και αντικειμενικά δεν θα υπήρχε υπόνοια εγκληματικής δράσης εις βάρος μου», είπε ο κατηγορούμενος ιερέας.
Τι ισχυρίζεται η κατηγορουμένη εργάτρια
«Απορώ πώς έγινα ύποπτη ότι διέπραξα έγκλημα. Θεωρώ ότι μικροαντιφάσεις που έχω πέσει στις καταθέσεις μου ευθύνονται για αυτό. Η εξαφανισθείσα ποτέ δεν πήγαινε μόνη της στο σπίτι του γιου της. Μόνο εκείνη την ημέρα συνέβη αυτό. Μήπως υπήρχε ο φόβος μη χαθεί; Γιατί ήρθε στο νεκροταφείο; Δεν είχε κάποιον δικό της εκεί. Όταν της μίλησε ο συνάδελφός μου, εκείνη φάνηκε χαμένη. Εγώ πέρασα από τον δρόμο 30 λεπτά νωρίτερα από την ώρα που υπολογίζουν οι Αρχές ότι η γιαγιά έπεσε θύμα εγκληματικής ενέργειας».